Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Κανείς δεν την ρώτησε ποτέ, γιατί δεν χαμογελούσανε τα μάτια της...

Γράφει η Κική Γιοβανοπούλου

Χαμογελούσε. Όσο περισσότερο μπορούσε, όσο περισσότερο άντεχε. Χαμογελούσε, άνοιγε την καρδιά και την αγκαλιά της σε όλους. Πρόσφερε απλόχερα όσα είχε και δεν είχε. Συμβούλευε και παρηγορούσε όσους την είχαν ανάγκη. Έβρισκε λύσεις στα προβλήματά τους και μονοπάτια στα αδιέξοδά τους. Ήταν εκεί για όλους και χαμογελούσε.

Κανείς δεν ρώτησε ποτέ γιατί χαμογελούσαν μόνο τα χείλη κι όχι τα μάτια της. Κανείς δεν ρώτησε ποτέ γιατί τα χαμόγελά της, δεν φώτιζαν το πρόσωπό της. Ήταν όλοι πολύ απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα για να το παρατηρήσουν. Μ’ όλα εκείνα τα προβλήματα που φόρτωναν σε εκείνη. Μ’ όλα εκείνα τα προβλήματα που μοιράζονταν μαζί της κι εκείνη χαμογελώντας έκλεβε κομμάτι απ’ το βάρος τους και τα φόρτωνε στην δική της πλάτη.

Όταν έμενε μόνη, κουλουριαζόταν στην άκρη του κρεβατιού κι έκλεινε τα μάτια. Έσφιγγε τα χέρια και τα πόδια πάνω της σφιχτά, να γίνει ένα μικρό κουβάρι, ένα τόσο δα κουβάρι, να εξαφανιστεί. Τα χείλη της μια ίσια γραμμή και τα μάτια της θολά κι ανέκφραστα. Πόσο ήθελε να κλάψει! Πόσο ήθελε να κάνει τον πόνο της υγρές σταγόνες να τον βγάλει από μέσα της, όσο θα κυλούσε πάνω στα μάγουλά της!

Χρόνια είχε να κλάψει. Σαν να είχε παγώσει η ψυχή της τόσο, που να αρνιόταν να της χαρίσει έστω δυο δάκρυα να ηρεμήσει τα μέσα της. Χρόνια είχε να φωνάξει, να ξεσπάσει, να βρίσει, να εκραγεί. Χρόνια είχε να καταφέρει να βγάλει με κάποιον τρόπο από μέσα της όσα την βάραιναν. Είχαν όλα αυτά αντικατασταθεί από σιωπές. Ατέλειωτες, μακρόσυρτες σιωπές. Σιωπές που την έπνιγαν, την τρόμαζαν. Σιωπές που στ’ αυτιά της ήταν φριχτές κραυγές. Κραυγές που μόνο εκείνη άκουγε. Μόνο εκείνη, γιατί κανείς ποτέ δεν ρώτησε, κανείς δεν παρατήρησε, κανείς δεν βρήκε το χρόνο να αισθανθεί. 
Φριχτές κραυγές οι σιωπές της…

Πηγή
http://www.loveletters.gr