Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Οι αναμνήσεις σου, το καταφύγιό σου...

Γράφει η Άντζελα Καμπέρου

Και για μια στιγμή, μια φευγαλέα μα τόσο έντονη στιγμή, το μυαλό φεύγει από το σώμα και ταξιδεύει. Ταξιδεύει σε εκείνο το φαινομενικά τόσο μακρινό, αλλά ταυτόχρονα τόσο κοντινό παρελθόν.

Κάθεται σε μια γωνία και ως αόρατος θεατής βλέπει τα πάντα. Εκείνες τις στιγμές που σαν είσαι μόνος σου αναπολείς και σχηματίζεται εκείνο το νοσταλγικό με την γλυκόπικρη γεύση χαμόγελο.
Φωτίζει το μυαλό τότε σαν ένα μικρό άστρο στον ουρανό και πηδάει στις επόμενες αναμνήσεις, σε εκείνες που δεν θες να θυμάσαι μα δεν μπορείς και να ξεχάσεις. Και στέκεται εκεί, αμίλητος φρουρός των συναισθημάτων σου, να παρακολουθεί την προσωπική σου ταινία, να βλέπει τα δάκρυά σου να τρέχουν ποτάμια από τα μάτια σου.

Να νιώθει την καρδιά σου να σπάει σε χιλιάδες κομμάτια και να κόβει ό,τι υπάρχει μέσα σου. Χάνει την λάμψη του τότε το μυαλό, σαν εκείνες τις τελευταίες καλοκαιρινές νύχτες που έχει συννεφιές, λίγο πριν μπει ο χειμώνας.

Και τότε θέλει λίγο να ξεφύγει και σε γυρίζει πίσω, τόσο πίσω που ούτε αναγνωρίζεις πλέον που είσαι. Παιδικές οι αναμνήσεις και γελάς τώρα σαν θυμάσαι όλα όσα ζούσες τότε.
Γελάς σαν μικρό παιδί με τα “προβλήματα” που είχες και σου φαίνονταν βουνό. Νιώθεις μια γλυκιά νοσταλγία για όσα πέρασαν και δεν θα ξαναρθούν και αμέσως το μυαλό σου γυρίζει πάλι σε αυτό το τόσο κοντινό παρελθόν σου που σου φαίνεται αιώνες μακριά.

Αναμνήσεις περνάνε σαν αστραπές μπροστά από τα μάτια σου και δεν ξέρεις σε ποια να πρωτοσταματήσεις. Δεν ξέρεις ποια θες έντονα να θυμηθείς, να ξαναζήσεις. Θες τόσο πολύ να γυρίσεις το χρόνο πίσω, σε εκείνες τις πιο ανάλαφρες στιγμές, σε εκείνες τις πιο ξέγνοιαστες.
Τότε που όλα ήταν πιο απλά, πιο εύκολα. Τότε που τα καλοκαίρια είχαν μυρωδιά από μπύρα, θάλασσα και καρπούζι και τα γέλια σας ακουγόντουσαν μέχρι το απέναντι χωριό.

Τότε που οι χειμώνες είχαν μυρωδιά από τζάκι, κρασί και πίτσα ζεστή και η παρέα σαν μια αγκαλιά γύρω γύρω από το τραπέζι να μιλάει και να στοχάζεται.

Και επιστρέφει το μυαλό, το κούρασε αυτή η βόλτα κι ας ήταν σύντομη κι ας ήταν κοντινή. Επιστρέφει και χορτασμένο πλέον από αναμνήσεις, όμορφες και άσχημες, βολεύεται στην θέση του και γαληνεύει. Δεν στριφογυρίζει πλέον, δεν του λείπει κάτι τώρα. Τώρα μπορεί να ηρεμήσει. Τώρα μπορεί να χαλαρώσει και να μην το πνίγουν οι τέσσερις τοίχοι.

Μέχρι την επόμενη φορά, εκείνη που δεν θα αντέξει πάλι την πραγματικότητα που βιώνει και θα ξεπηδήσει πάλι από το κεφάλι σου για ένα σύντομο μα τόσο χορταστικό ταξίδι στο χρόνο, σε αναμνήσεις που δεν ήξερες καν ότι είχες και σε άλλες που με τόση προσοχή φύλαξες.

Μέχρι τότε, απόλαυσε την γλυκιά νοσταλγία!


Πηγή
http://www.loveletters.gr